«Συμβολή εις τη δημώδη ορολογίαν των φυτών» Της Φραγκάκη Ευαγγελία
Αθηνα 1969
Άλαδανιά (ή) ή Άγκίσαρος ή\ άτζίκαρος (Κίσθος ή λάδανον ή κίσθαρος έν Oribase Collect Med. XV, Ι σελ. 649)=Κίστος o Κρητικός. Τα φύλλα και οι τρυφεροί βλαστοί έκκρίνουσι είδος κομμεορητίνης (οσμή, βαλσαμώδης) πού λέγεται αλάδανος. (Δεν πρέπει να γίνη σύγχυσις με το όπιουχον φάρμακον λαύδανον το όποιον στην Κρήτη λέγεται λαουντανο και πουλιέται στα φαρμακεία). «Τον Πρώτοούλη (Ιούνιο) βγάνει έτσά 'νά μπράμμα σαν τη μαστίχα και σύρνει κόρδες. Ό αλάδανος είναι εφτά Καληωρες»· αυτά με πληροφορεί ή σεβάσμια κυρία Ζωγράφου ετών 90 άπό· το χωρίον Κρασί. Θεωρείται φάρμακο αντιλοιμικό και όταν ερθη σ υ ρ τ ι κ ο στα χωριά, τον βάζουν σε σακκουλάκια και τον κρεμούν στο λαιμό των παδϊων. Θεωρείται και αποτρεπτικόν τής βασκανίας και οι μητέρες τον παραχώνουν στις, σκουφίτσες και στα μαλλάκια των βρεφών. Για τους πόνους των άρθρων και τας ρευματικός παθήσεις, κάνουν εντριβές με αλάδανο. Τον αλάδανο ελαφρά χλιαρόν επιθέτουν στους κροτάφους και στο στήθος των βρεφών «όντέν είναι σουλουχουνιασμένα» (βράζει το στηθάκι τους από κρυολόγημα). «Τόν ανελιγώνεις με την άχνα σου και τονέ κάνεις πιτταράκια και τα θέτεις τσί μηλίγκους του κοπελιού, α θες βάνεις και κίμινο» (πληρ. Ζαφειρένιας Κεφαλογιάννη από το χωρίον Ανώγεια). Και για τη διάρροια ρίχνουν 'ένα βωλαράκι μέσα στό βρασταρικό. (Γιά την χρήσιν του ώς προς την χρονίαν βρογχίτιδα βλέπε έν λ. άστέρακας). Ό άλάδανος με άλλα υλικά γίνεται καί αλοιφή γιά τους δοθιήνες - χρησιμοποιείται ώς φουρνόξυλο και κάνει ωραίο παξιμάδι. Ό αλάδανος (ή κομμεορητίνη) έχει και χρωστικάς ιδιότητας, δίδει χρώμα βυσσινί διά βαμβακερά. Έχομε δύο ειδών αλαδανιά την κρίθινη (αυτή πού έχει άνθη ροζ - μώβ) και τη σ ί-τ ι ν η (αυτή πού 'έχει άνθη κίτρινα). Ή αλαδανιά με λευκά άνθη είναι σπανιώτερη. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Ό τόπος πού είναι κατάφυτος από αλαδανιές λέγεται α λ α δ α ν ι α ς.
'Ο περιηγητής Μπελόν αναγράφει λεπτομερώς πώς έγίνετο ή συλλογή του αλάδανου και δίδει και εικόνα του εργαλείου πού έχρησιμοποιεΐτο και πού έλέγετο αργαστήρι. Και σήμερα γίνεται με αργαστήρι ή συλλογή ως έξης: Παίρνουν δύο ξύλα και τα καρφώνουν εις τρόπον ώστε να σχηματισθή ένα κεφαλαίο τάφ. Πάνω στό οριζόντιο ξύλο (κεφαλή τοΰ άργαστηρ-γιοΟ) καρφώνουν πολλές λουρίδες άπό δέρμα, μήκους περίπου 0,30 μ. Κρατώντας το αργαστήρι από το μακρύτερο ξύλο, «αποσύρνουν τσί λουρίδες» επάνω στην άλαδανιά. "Έτσι κολλά επάνω τους ή ημίρρευστος ουσία. Ξύνουν ύστερα την ουσία αυτή με μαχαίρι και την πλάθουν σέ βώλους. Άλλα υπάρχει και άλλος τρόπος πιο ξεκούραστος και πιο απλός. Οί καημένες οι αίγες δουλεύουν, αν και άθελα τους γιαυτό. Την ώρα πού βόσκουν -τρώνε τις αλαδανιές, γιατί πολύ τις αγαπούν και προσπαθούν να φάνε όσες μπορούν περισσότέρες — (ό πρώην βοσκός Έμμ. Ξυλούρης έξ Ανωγείων με πληροφορεί ότι εγνώριζε πότε θα γίνη κακοκαιρία από τις αίγες του, όταν τις εβλεπε δηλαδή νά τρώνε με λαιμαργία τις αλαδανιές), ή ημίρρευστη ουσία κολλά πάνω τα γένεια τους και στα μεργιά (μηρούς) τους και σχηματίζονται τζομπγιά τζομπγιά (θρόμβοι), τά οποία αποσπούν οι συλλέκτες και τα μαλάσσουν σε βώλους. Επειδή όμως ανακατεύονται μαζί και ξένες ύλες .(φ ρ ύ σ ο υ λ α - μικρά ξυλάκια -, χώματα κλπ.) ό αλάδανος πρέπει να καθαριστή. Βάζουν νερό στό σ ι ν τ ε ρ ο τ σ ί κ α λ ο (χύτρα χαλκωματένια γανωμένη) και βράζει το νερό. Μέσα σ' αυτό το χ ο χ λ α κ ι χ τα ό νερό ρίχνουν τους βώλους και λυώνουν. "Έτσι βραστό όπως είναι το μίγμα, το περνούν μάνι μάνι από ψιλό καθαρό ν τ ο υ λ π έ ν τ ι (τουλουπάνι) και αφήνουν το μίγμα στο απόί (νυχτερινή δρόσος). Το νερό ψύχεται και ό αλάδανος πήζει και βγαίνει στην απάνω μερά (επιφάνεια). Τον μαζώνουν «πριχού δώσ' ό ήλιος» για να μή λ ύ σ η και τον ξανακάνουν βώλους ή κ ρ ι μ π ά τ σ α ή κεράκια, και τον αφήνουν σε ψυχρό χώρο. (Ειρήσθω έν παρόδω ότι και οι λαγοί αρέσκονται στη μυρωδιά και στη σκιά τής αλαδανιάς. Ό πεθερός μου Ίω. Φραγκάκις, δεινός κυνηγός, με πληροφορεί ότι βρίσκει ίχνη του λαγού από τις τρίχες του, πού κάθονται πάνω στις αλαδανιές). Οι μαμήδες (μαϊαι) πηγαίνουν μόνες τους και μαζεύουν αλάδανο (να μην αγγίξη αντρίστικο χέρι) και τον χρησιμοποιούν για τα βρέφη. Ή Κρήτη άλλοτε έκανε μεγάλη εξαγωγή αλάδανου στην Αίγυπτο και στο Σουδάν. Σήμερα «τόν τράβα» μόνο το Σουδάν. Καθώς με πληροφορεί ή κυρία Μαρία Δενδρινου - Αλιφεροπούλου εκ Χαρτούμ (ενοικιάστριά μου στο σπίτι τής Φιλοθέης) διπλωματούχος Μαία, οι πλούσιες Σουδανέζες πελάτισσες της χρησιμοποιούν τον άλάδανο μαζί μέ σανταλόξυλο είς υποκαπνισμούς, για λόγους κοκκεταρίας. Ή Δις Μαρία Γερμανάκη, ανεψιά του ποτέ Μητροπολίτου Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη, με πληροφορεί ότι ο Τιμόθεος Βενέρης, ων επίσκοπος Ρεθύμνης καί Αυλοποτάμου, εφοδίαζε το Πατριαρχείων Κων/λεως με αλάδανο, για την παρασκευή του Αγίου Μύρου.
Για τον αλάδανο ομιλεί ο Ηρόδοτος (Γ έκδ. Παπύρου σελ. 599 παρ. 107 και παρ. 112) ως έξης: «Τό δέ δή λήδανον, τό Άράβιοι καλέουσι λάδανον έτι τούτου ;{τοΰ στύρακος] θώμασιώτερον γίνεται, έν γάρ δυσοσμοτάτω γινόμενον εύωδέτατόν έστι. τών γάρ αιγών τών τράγων έν τοις πώγωσι ευρίσκεται εγγινόμενον οίον γλοιός από τής ύλης. Χρήσιμον δ' ές πολλά τών μόρων εστί, θυμιώσι τε μάλιστα τούτο Άράβιοι». Ό Διοσκορίδης («Τά σωζόμενα» έκδ. "Αλδου 1518)«,σελ. 30) ομιλεί περί λαδάνου μέ τά κάτωθι: «Γίνεται δέ έξ αυτού (τού έτερου είδους Κίστου) τό λεγόμενων λαδανον. τά φύλλα γάρ αύτοϋ νεμόμεναι αί αίγες καί οί τράγοι τήν λιπαριαν άνάλαμβάνουσι τω πώγωνι γνωρίμως, καί τοΐς μηροΐς προσπλαττομένην διά τό τυγχάνειν ιξώδη, ήν άφαιρούντες ύλίζουσι, καί άποτίθενται άναπλάσ-σοντές μαγίδας. ενιοι δέ καί σχοινιά έπισόρουσι τοΐς θάμνοις, καί τό προσπλασθέν αύτοΐς λίπος άποξύσαντες άναπλάσσούσιν.;......... δύναμιν δε εχει στυπτικήν, θερμαντικήν, μάλακτικήν, άναστομωτικήν. ιστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, ύποθυμιάται, σκληρίας θεραπεύει…………»
Ή αλαδανιά όταν είναι ανθισμένη είναι χάρμα οφθαλμών, άλλα τα άνθη της δεν κρατούν πάνω από μία μέρα. Ευτυχώς πού δεν τα ανοίγεί όλα μαζί, και ευτυχώς πού κάνει πάρα πολλά άνθη. Αυτοφυές φυτόν τής Κρήτης, ήλκυσε την προσοχήν των Μινωιτών καλλιτεχνών και έτσι την βλέπομε να, εικονίζεται στη θαυμάσια νωπογραφία τής Κνωσού «το γαλάζιο πουλί», μαζί με αλλά λουλούδια τής Κρήτης.
Ιωάννου Ε. Χαβάκη
Ιατρού
Φυτά καί Βοτάνια της Κρήτης
Σελίδες: 80 - 81
46) Άλαδανιά
Έτσι ονομάζεται στη Κρήτη το φυτό κίστος ο Κρητικός «Cistus creticus». Σε πολλά μέρη του νήσου λέγεται και αγκίσσαρος και τα μέρη πού φυτρώνει λέγονται «αγκισσαράδες».
Συνδέεται με την Μινωική Κρήτη από μία τοιχογραφία της Κνωσού (το γαλάζιο πουλί) όπου οι αρχαιολόγοι μαζί με τα άλλα φυτά αναγνωρίζουν και τον αγκίσσαρος.
Οι αρχαίοι ωνόμαζαν τό φυτό «αλίσαρον». Αναφέρουν γι' αυτό και ο Διοσκουρίδης και ο Ηρόδοτος. Γλωσσολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ή ονομασία αυτή —καθώς δεν διαφέρει πολύ από την υπάρχουσα Κρητική αγγίσαρος— γιατί προέρχεται κατ' ευθείαν από τους Μινωΐτες, αφού όλα τα ονόματα της αρχαίας Ελληνικής πού λήγουν εις -ισαρος θεωρούνται Μινωικής προελεύσεως.
Το φυτό ανήκει στην οικογένεια των κιστωδών. "Όλα τα υπέργεια μέρη του κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν από τις μασχάλες των φύλλων του, βαλσαμώδη ουσία —το αλάδανο—. Ή ουσία αυτή ήτο επίσης γνωστή στους αρχαίους οι όποιοι την χρησιμοποιούσαν στη θεραπευτική τους. «Τό δέ λάδανον» λέγει ό Διοσκουρίδης «δύναμιν στυπτικήν, θερμαντικήν, μαλακτική, άναστομωτικήν έχει, ϊστησι δέ τάς ρέουσας τρίχας, μιγέν οϊνω και σμύρνη καί μυρσίνω έλαίω..».
Ή ίδια ουσία φαίνεται να έπωλεΐτο τότε και στην Αίγυπτο, γιατί ό Ηρόδοτος αναφέρει «τό δέ λήδανον τό Άράβιον καλέουσι λάδανον.. (Ήροδ. Γ 112) πού σημαίνει δτι έχρησιμοποιοϋσαν όχι μόνον τήν ουσία άλλα και την ίδια την Κρητική της ονομασία.
Ή ουσία είναι ρητίνη, πού κατά τις εργασίες του καθηγητού της Χημείας Εμμανουήλ, περιέχει λαδανολίνη, αιθέριο λάδι, κόμι, ρητινώδεις ουσίες, χρωστικές ύλες καί ρεσένη.
Μαζεύεται άπό τους βοσκούς και από τους λαδανοσυλλέχτες. Οι βοσκοί βόσκουν τά αιγοπρόβατα τους μέσα σέάγγισαράδες. Οί τρίχες των ζώων παρασύρουν τις ρητινώδεις ύλες υπό μορφή μελανών ή βαθέως καφεοειδών σφαιρίων, τα όποια μαζεύουν οι βοσκοί και σχηματίζουν βόλους από ακάθαρτο αλάδανο. Τους βόλους αυτούς τους βράζουν με νερό και τους απαλλάσσουν από τις τρίχες των ζώων και έτσι σχηματίζουν μάζες καθαρές από αλάδανο, πού μεταφέρουν στο εμπόριο. Οι αλαδανοσυλλέκτες κτυπούν τα φυτά με τριχοφόρα μαστίγια από τρίχες ουράς μονόπλων ζώων. Ή ρητινώδης ύλη προσκολλάται κι εδώ στις τρίχες από ο που την μαζεύουν σε βόλους, την καθαρίζουν με βρασμό και την μεταφέρουν στο εμπόριο.
Παλιότερα ή αλαδανοσυλλογή ήτο συστηματικότερη και πλουσιότερη και όπως αναφέρει ο Μ. Χουρμούζιος στα Κρητικά του (Αθήναι 1842), έγίνετο από ανθρώπους της περιοχής Μυλοποτάμου καί από βοσκούς και καλογήρους της μονής Μπαλί. Το αλάδανο πλην της θεραπευτικής εφαρμογής του, χρησιμοποιείται για την παρασκευή θυμιάματος για τις εκκλησίες και αρωμάτων. Σαν αρωματική ουσία, όπως αναφέραμε το χρησιμοποιούσαν από την πιο παλιά εποχή οι "Άραβες.
Ή λαϊκή Κρητική θεραπευτική χρησιμοποιεί τα φύλλα και τα άνθη τού φυτού σέ αφεψήματα ή εγχύματα, σαν φάρμακο στυπτικό, άντιδιαρροϊκό και σαν βάλσαμο επί στηθικών νοσημάτων. Το αλάδανο διαλυμένο με λάδι, το χρησιμοποιεί εξωτερικά σε επιτρίψεις, σαν φάρμακο επισπαστικό και αναλγητικό επί νευραλγιών, ρευματισμών και κρυολογημάτων
ΒΟΥΛΑΣ ΘΑΝΑΣΟΥΑΙΑ
ΓΕΩΠΟΝΟΥ
0 ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΟΤΑΝΑ
ΥΓΕΙΑ - ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ - ΘΕΡΑΠΕΙΑ - ΟΜΟΡΦΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
Λαδανιά
Cistus creticus Boiss.
Οικ. Cistaceae
Μικρός, φρυγανώδης θάμνος, ύψους μέχρις 1 μέτρου, αυτό φυόμενος στην Ελλάδα. Έχει φύλλα αντίθετα, ωοειδή, με αραιές τρίχες και κόκκινα άνθη.
Είναι φυτό πολύ κοινό στην Ελλάδα, αρωματικό, γνωστό και σαν αλάδανος, λάδανο, ήμερη κουνουκλιά, ήμερο κιστάρι, κίστος.
Είναι είδος γνωστό από πανάρχαιους χρόνους. Από τα φύλλα και τους βλαστούς ελάμβαναν ρητίνη, γνωστή ως λ ά-δ α ν ο, πού μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνος εθεωρείτο από τα πιο σπουδαία φάρμακα. Το λάδανο αναφέρεται από τον Διοσκουρίδη ότι είχε Ιδιότητες στυπτικές, θερμαντικές, μαλακτικές κ.λ.
Τα φύλλα και οι βλαστοί του κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν μια ρητινώδη ουσία, πού θεωρείται φαρμακευτική (στυπτική, αντικαταρροϊκή, αντισπασμωδική, αποχρεμπτική, καταπραϋντική).
Χρηοιμότης : αϋπνία, διάρροια, οδοντόπονοι, τέτανος.
200 ΒΟΤΑΝΑ & οι θεραπευτικές τους ιδιότητες
φαρμακευτικά αρωματικά καλλωπιστικά καλλυντικά αφροδισιακά
της Ρούλα Γκόλιου.
Εκδώσεις ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ παιδεία.
Σελίδες 253 – 254.
Λαδανιά
Κίστος ο κρητικός Cistus creticus
Οικογένεια:Κιστίδες
Κοινές ονομασίες: κουνουκλιά, λάδανος, αλάδανος, κιστάρι
Συγγενή φυτά: Κίστος ο σαλβιόφυλλος (Cistus salviifolius) και Κίστος ο λαδανοφόρος (Cistus ladanifer).
Περιγραφή
Η λαδανιά είναι χαμηλός θάμνος που φυτρώνει στις παραμεσόγειες χώρες, με φύλλα απλά, αντίθετα, τριχωτά, άνθη ροζ, μοβ με ζαρωμένα πέταλα και καρπό κάψα.
Είναι είδος αυτοφυές στην Ελλάδα και μαζί με τον Κίστο τον σαλβιόφυλλο με τα λευκά άνθη είναι από τους πιο διακοσμητικούς χαμηλούς θάμνους, που φυτρώνουν στις παρυφές των δασών, σε ξηρές περιοχές και μερικές φορές εξαπλώνονται και σχηματίζουν «κιστώνες».
Ιστορία
Φυτό γνωστό από την αρχαιότητα. Αναφέρεται ότι το λάδανο, δηλαδή τη ρητίνη που εκκρίνεται από το βλαστό και τα φύλλα της λαδανιάς, το έφερναν από την Αραβία και το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως θυμίαμα αλλά και σε αλοιφές. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει το λάδανο για τις στυπτικές, μαλακτικές, θερμαντικές και άλλες ιδιότητες του. Αναφέρει μάλιστα ότι το ρετσίνι αυτό κολλούσε στα γένια και τα πόδια των τράγων και από κει το συνέλεγαν και το επεξεργάζονταν. Καλύτερο θεωρούνταν αυτό που προέρχονταν από την Κύπρο. Το λάδανο μέχρι το 18ο θεωρούνταν από τα πιο σπουδαία φάρμακα. Στο Μεσαίωνα η συλλογή του γινόταν με ένα είδος τζουγκράνας με δερμάτινες λουρίδες στις οποίες κολλούσε.
Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν για στομαχικές παθήσεις και το χυμό από ένα παράσιτο που βγαίνει στις ρίζες της λαδανιάς γνωστό σήμερα ως «λύκος της λαδανιάς» (Cytinus Hypocistis).
Συστατικά
Τα φύλλα και οι βλαστοί της λαδανιάς κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο εκκρίνουν μια αρωματική ρητίνη γνωστή ως λάδανο ή λάβδανο που περιέχει αιθέριο έλαιο.
Φαρμακευτικές ιδιότητες
Το λάδανο έχει στυπτικές, σπασμολυτικές, αποχρεμτττικές, αντικαταρροϊκές και καταπραϋντικές ιδιότητες.
Εφαρμογές
Χρησιμοποιείται για την αϋπνία, τη διάρροια, τον πονόδοντο κ.ά. με τη συμβουλή κάποιου ειδικού καθώς και στην αρωματοποιία και τη σαπωνοποιία.
ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ
Αναστασία Κανδυλη
Εδάφια από τη Βίβλο
Ανάλυση – Ερμηνεία
Εκδώσεις ΨΥΧΑΛΟΥ
Σελ 410Κίστος (κουνούκλα)
Η κουνούκλα ή λαδανιά μας δίνει το γνωστό λάδανο, μία αρωματική ρητίνη που είναι τονωτική, αποχρεμπτική, αιμοστατική έχει και αντιμικροβιακές ιδιότητες. Στην Τουρκία χρησιμοποιείται για υποκαπνισμούς. Ακόμα χρησιμεύει στην αρωματοποιία και να δώσει γεύση στις τροφές.